Greek Script
Present
| εγω | φοράω |
| αυτος;αυτή;αυτό | φοράει |
| εμείς | φοράμε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | φοράνε; φοράν; φορούνεν; φορούνενε |
Future
| εγω | θα φοράω; θα φορώ; θα φορέσω |
| αυτος;αυτή;αυτό | θα φοράει |
| εμείς | θα φοράμε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | θα φοράνε; θα φοράν; θα φορούνεν; θα φορούνενε |
Past perfect
| εγω | φόρεσα |
| εσυ | φόρεσες |
| αυτος;αυτή;αυτό | φόρεσε |
| εμείς | φορέσαμε |
| εσείς | φορέσατε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | φόρεσαν; φορέσαν; φορέσανε |
Past imperfect
Participles
| Present | φορώντας |
| Past | έχοντας φορέσει |
Transliterated
Present
| ego | phorao |
| autos;aute;auto | phoraei |
| emeis | phorame |
| autoi;autes;auta | phorane; phoran; phorounen; phorounene |
Future
| ego | tha phorao; tha phoro; tha phoreso |
| autos;aute;auto | tha phoraei |
| emeis | tha phorame |
| autoi;autes;auta | tha phorane; tha phoran; tha phorounen; tha phorounene |
Past perfect
| ego | phoresa |
| esu | phoreses |
| autos;aute;auto | phorese |
| emeis | phoresame |
| eseis | phoresate |
| autoi;autes;auta | phoresan; phoresan; phoresane |
Past imperfect
Perfective imperative
| Sg | phorese; phora |
| Pl | phoreste |
Participles
| Present | phorontas |
| Past | ekhontas phoresei |
Passive Forms
Present
| εσείς | φοριέστε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | φοριούνται |
Future
| εγω | θα φορεθώ |
| εσείς | θα φοριέστε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | θα φοριούνται |
Past perfect
| εγω | φορέθηκα |
| εσυ | φορέθηκες |
| αυτος;αυτή;αυτό | φορέθηκε |
| εμείς | φορεθήκαμε |
| εσείς | φορεθήκατε |
| αυτοί;αυτές;αυτά | φορέθηκαν; φορεθήκαν; φορεθήκανε |
Past imperfect
Imperfective imperative
Participles
| Present | φορούμενος |
| Past | φορεμένος |
Passive Forms
Present
| eseis | phorieste; phoreisthe1/2 |
| autoi;autes;auta | phoriountai |
Future
| ego | tha phoretho |
| eseis | tha phorieste; tha phoreisthe1/2 |
| autoi;autes;auta | tha phoriountai |
Past perfect
| ego | phoretheka |
| esu | phorethekes |
| autos;aute;auto | phoretheke |
| emeis | phorethekame |
| eseis | phorethekate |
| autoi;autes;auta | phorethekan; phorethekan; phorethekane |
Past imperfect
Participles
| Present | phoroumenos |
| Past | phoremenos |
Verbs conjugated like φοράω
φοράω,
Translations
Etymology
φορώ (foró) + -άω (-áo). Inherited from Ancient Greek φορῶ (phorô), contracted form of φορέω (phoréō, “to bear constantly, wear”), frequentative verb of φέρω (phérō, “to bear”). Corresponds with Proto-Hellenic *pʰoréyō, from Proto-Indo-European *bʰoréyeti. See: Proto-Indo-European '
*bʰoréyeti'.
Sample Sentences
-
[...] Είναι αποδειγμένο, έλεγε, πως τα πράγματα δε μπορούν νάναι αλλιώς, διότι, αφού όλα έγιναν για κάπιο σκοπό, όλα αναγκαστικά έγιναν για τον καλύτερο σκοπό. Παρατηρήστε καλά, πως οι μύτες έγιναν για να φορούν γυαλιά· κ ' έτσι έχομε γυαλιά. Τα πόδια είναι ολοφάνερα, κανωμένα για να φορούν παπούτσα, κ ' έτσι έχουμε παπούτσα. Οι πέτρες επλάσθηκαν για να πελεκιούνται και για να κάμνομε πύργους· έτσι ο [...]
(Candide)
-
[...] για κάπιο σκοπό, όλα αναγκαστικά έγιναν για τον καλύτερο σκοπό. Παρατηρήστε καλά, πως οι μύτες έγιναν για να φορούν γυαλιά· κ ' έτσι έχομε γυαλιά. Τα πόδια είναι ολοφάνερα, κανωμένα για να φορούν παπούτσα, κ ' έτσι έχουμε παπούτσα. Οι πέτρες επλάσθηκαν για να πελεκιούνται και για να κάμνομε πύργους· έτσι ο Αφέντης έχει ένα υπερβολικά ωραίον πύργο: ο μεγαλύτερος βαρώνος της επαρχίας οφείλει [...]
(Candide)
-
Αλλοίμονο ! ό,τι φορούσε ο βαρώνος, το φόρεσε του Αγαθούλη, τούδοσε τον τετράγωνο σκούφο του σκοτωμένου και τον ανέβασε στο άλογο. Όλ ' αυτά γίνανε σ ' ένα λεφτό.
(Candide)
-
— Να, ωστόσο, είπε ο Αγαθούλης, ένας τόπος, που αξίζει καλύτερα από τη Βεστφαλία. Πήδησε στη γη με τον Κακαμπό κοντά στο πρώτο χωριό που απαντήσανε. Μερικά παιδιά του χωριού, φορώντας χρωματιστά μεταξόρουχα καταξεσκισμένα, παίζανε τις αμάδες στο έμπα του χωριού.
(Candide)
-
Ζυγώνοντας στην πολιτεία, απαντήσανε ένα νέγρο ξαπλωμένο στο χώμα, που φορούσε μονάχα μισό φόρεμα δηλ. μισό πανταλόνι από γαλάζιο πανί.
(Candide)
-
Όχι. Φοράω πέδιλα. Θα μου σακατέψουν τα πόδια. Θα κόβαμε μέσα απ ' το Μπάτσελορς Γκρόουβ.
(Lisa Frankenstein)
-
Το 'πιασα. Φόρεσε αυτές. Γύρνα. Το όμορφο γκομενάκι σου. Πού είναι, μέσα;
(Cyborg 2: Glass Shadow)