Noun: απροχώρητο
Hyphenation:
Singular
| Nominative | απροχώρητο |
| Genitive | απροχώρητου |
| Accusative | απροχώρητο |
| Vocative | απροχώρητο |
| Nominative | aprochórito |
| Genitive | aprochóritou |
| Accusative | aprochórito |
| Vocative | aprochórito |
Plural
| Nominative | απροχώρητα |
| Genitive | απροχώρητων |
| Accusative | απροχώρητα |
| Vocative | απροχώρητα |
| Nominative | aprochórita |
| Genitive | aprochóriton |
| Accusative | aprochórita |
| Vocative | aprochórita |
Sample Sentences
-
φτάνω στο απροχώρητο (to reach the end of your tether)
-
όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο (when the chips are down)
Nouns inflected like απροχώρητο
ασβεστάδικο,
αυτοκόλλητο,
ψιλικατζίδικο,
υποπόδιο,
λούστρο,
κτενοφόρο,
αλλαντοποιείο,
υδρογόνο,
λουκέτο,
ήλεκτρο,
φωτόσπαθο,
σκάνταλο,
σπλάγχνο,
ακαταλόγιστο,
μπορντέλλο,
νετρίνο,
βύσσινο,
δεδικασμένο,
απροχώρητο,
φραγκόσυκο, etc. (List truncated at 20 nouns)
Etymology
Translations