τιμωρώ – Greek verb conjugation

Greek verb forms of τιμωρώ

Greek Script

Present

εγωτιμωρώ
εσυτιμωρείς
αυτος;αυτή;αυτότιμωρεί
εμείςτιμωρούμε
εσείςτιμωρείτε
αυτοί;αυτές;αυτάτιμωρούν; τιμωρούνε

Future

εγωθα τιμωρώ; θα τιμωρήσω
εσυθα τιμωρήσεις
αυτος;αυτή;αυτόθα τιμωρήσει
εμείςθα τιμωρήσουμε
εσείςθα τιμωρήσετε
αυτοί;αυτές;αυτάθα τιμωρήσουν

Past perfect

εγωτιμώρησα
εσυτιμώρησες
αυτος;αυτή;αυτότιμώρησε
εμείςτιμωρήσαμε
εσείςτιμωρήσατε
αυτοί;αυτές;αυτάτιμώρησαν; τιμωρήσαν; τιμωρήσανε; τιμώρησα

Past imperfect

εγωτιμωρούσα
εσυτιμωρούσες
αυτος;αυτή;αυτότιμωρούσε
εμείςτιμωρούσαμε
εσείςτιμωρούσατε
αυτοί;αυτές;αυτάτιμωρούσαν

Imperfective imperative

Sgτιμώρσου
Plτιμωρείτε; τιμωρήστε

Perfective imperative

Sgτιμώρησε; να τιμωρείς
Plτιμωρήστε; τιμωρείτε

Participles

Presentτιμωρώντας
Pastέχοντας τιμωρήσει

Transliterated

Present

egotimoro
esutimoreis
autos;aute;autotimorei
emeistimoroume
eseistimoreite
autoi;autes;autatimoroun; timoroune

Future

egotha timoro; tha timoreso
esutha timoreseis
autos;aute;autotha timoresei
emeistha timoresoume
eseistha timoresete
autoi;autes;autatha timoresoun

Past perfect

egotimoresa
esutimoreses
autos;aute;autotimorese
emeistimoresame
eseistimoresate
autoi;autes;autatimoresan; timoresan; timoresane; timoresa

Past imperfect

egotimorousa
esutimorouses
autos;aute;autotimorouse
emeistimorousame
eseistimorousate
autoi;autes;autatimorousan

Imperfective imperative

Sgtimorsou
Pltimoreite; timoreste

Perfective imperative

Sgtimorese; na timoreis
Pltimoreste; timoreite

Participles

Presenttimorontas
Pastekhontas timoresei

Passive Forms

Present

εγωτιμωρούμαι
εσυτιμωρείσαι
αυτος;αυτή;αυτότιμωρείται
εμείςτιμωρούμαστε
εσείςτιμωρείστε
αυτοί;αυτές;αυτάτιμωρούνται

Future

εγωθα τιμωρούμαι; θα τιμωρηθώ
εσυθα τιμωρείσαι
αυτος;αυτή;αυτόθα τιμωρείται
εμείςθα τιμωρούμαστε
εσείςθα τιμωρείστε
αυτοί;αυτές;αυτάθα τιμωρούνται

Past perfect

εγωτιμωρήθηκα
εσυτιμωρήθηκες
αυτος;αυτή;αυτότιμωρήθηκε
εμείςτιμωρηθήκαμε
εσείςτιμωρηθήκατε
αυτοί;αυτές;αυτάτιμωρήθηκαν; τιμωρηθήκαν; τιμωρηθήκανε

Past imperfect

Imperfective imperative

Plτιμωρείστε

Perfective imperative

Sgτιμωρήσου
Plτιμωρηθείτε

Participles

Presentτιμωρούμενος
Pastτιμωρημένος

Passive Forms

Present

egotimoroumai
esutimoreisai
autos;aute;autotimoreitai
emeistimoroumaste
eseistimoreiste
autoi;autes;autatimorountai

Future

egotha timoroumai; tha timoretho
esutha timoreisai
autos;aute;autotha timoreitai
emeistha timoroumaste
eseistha timoreiste
autoi;autes;autatha timorountai

Past perfect

egotimoretheka
esutimorethekes
autos;aute;autotimoretheke
emeistimorethekame
eseistimorethekate
autoi;autes;autatimorethekan; timorethekan; timorethekane

Past imperfect

Imperfective imperative

Pltimoreiste

Perfective imperative

Sgtimoresou
Pltimoretheite

Participles

Presenttimoroumenos
Pasttimoremenos

Verbs conjugated like τιμωρώ

τιμωρώ, παραχωρώ,

Translations

  • punish, to cause to suffer for crime or misconduct
  • Etymology

    Learned borrowing from Ancient Greek τῑμωρῶ (tīmōrô), contracted form of τῑμωρέω (tīmōréō, “to avenge, to exact vengeance”).

    Sample Sentences

    • Ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ ' η γριά πέρασαν από τη Λουκένα, τη Χίλλα, τη Λεμπρίξα και φτάσανε τέλος στα Γάδειρα. Εκεί ετοίμαζαν ένα στόλο και μαζεύανε στρατό για να τιμωρήσουν τους αιδεσιμώτατους Ιησουίτες πατέρες της Παραγουάης, γιατί κάπιο τάγμα τους κίνησε επανάσταση εναντίο των βασιλέων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας κοντά στη πόλη της Αγίας Μετάληψης. (Candide)
    • — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος, αλλ ' είναι σωστά νάχουνε χαθή μαζί του κι ' οι ταξειδιώτες, που ήσαν στο καράβι του; Ο Θεός τιμώρησε τον απατεώνα, ο διάβολος έπνιξε τους άλλους. (Candide)
    • Κύριε Υπέρμαχε της Αλήθειας! Σου μιλάω. Η συμπεριφορά σου είναι τόσο ηλίθια που δεν ξέρω πώς να σε τιμωρήσω. (Juniors)