Noun: φυτολογία
Hyphenation:
Singular
| Nominative | φυτολογία |
| Genitive | φυτολογίας |
| Accusative | φυτολογία |
| Vocative | φυτολογία |
| Nominative | fytología |
| Genitive | fytologías |
| Accusative | fytología |
| Vocative | fytología |
Sample Sentences
Nouns inflected like φυτολογία
υποθερμία,
ακουαμαρίνα,
αμοιβαιότητα,
μπουράντζα,
νεότητα,
καλοπέραση,
αλληλοπάθεια,
εμμηνορρυσία,
γονιμότητα,
νεοελληνική,
αυτοπεποίθηση,
γλουταμίνη,
βουτυροκομία,
γεωπονία,
ναφθαλίνη,
υπεργλυκαιμία,
αναξιοκρατία,
ακριβολογία,
χλωμάδα,
αγχίνοια, etc. (List truncated at 20 nouns)
Etymology
From φυτό (fytó) + -λογία (-logía).
Translations