ερείδω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of ερείδω

Active: Present

Indicative

ερείδω
ερείδ-εις
ερείδ-ει
ερείδ-ομεν
ερείδ-ετε
ερείδ-ουσιν

Conjunctive

ερείδ-ω
ερείδ-ης
ερείδ-η
ερείδ-ωμεν
ερείδ-ητε
ερείδ-ωσι; ερείδ-ωσιν

Optative

ερείδ-οιμι
ερείδ-οις
ερείδ-οι
ερείδ-οιμεν
ερείδ-οιτε
ερείδ-οιεν

Imperative

έρειδ-ε
ερειδ-έτω
ερείδ-ετε
ερειδ-όντων


Active: Present

Infinitive

ερείδ-ειν

Participle

ερείδ-ων
ερείδ-ουσα
ερείδ-ον


Active: Indicative Past

ή-ρειδ-ον
ή-ρειδ-ες
ή-ρειδ-ε
η-ρείδ-ομεν
η-ρείδ-ετε
ή-ρειδ-ον


Active: Future

Indicative

ερείσ-ω
ερείσ-εις
ερείσ-ει
ερείσ-ομεν
ερείσ-ετε
ερείσ-ουσι; ερείσ-ουσιν

Optative

ερείσ-οιμι
ερείσ-οις
ερείσ-οι
ερείσ-οιμεν
ερείσ-οιτε
ερείσ-οιεν


Active: Future

Infinitive

ερείσ-ειν

Participle

ερείσ-ων
ερείσ-ουσα
ερείσ-ον


Active: Aorist

Past

ή-ρεισ-α
ή-ρεισ-ας
ή-ρεισ-ε; ή-ρεισ-εν
η-ρείσ-αμεν
η-ρείσ-ατε
ή-ρεισ-αν

Conjunctive

ε-ρείσ-ω
ε-ρείσ-ης
ε-ρείσ-η
ε-ρείσ-ωμεν
ε-ρείσ-ητε
ε-ρείσ-ωσι; ε-ρείσ-ωσιν

Optative

ε-ρείσ-αιμι
ε-ρείσ-αις
ε-ρείσ-αι
ε-ρείσ-αιμεν
ε-ρείσ-αιτε
ε-ρείσ-αιεν

Imperative

έ-ρεισ-ον
ε-ρεισ-άτω
ε-ρείσ-ατε
ε-ρεισ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

έ-ρεισ-αι

Participle

ε-ρείσ-ας
ε-ρείσα-ασα
ε-ρέν-αν


Active: Perfect

Indicative

ή-ρει-κα
ή-ρει-κας
ή-ρει-κε; ή-ρει-κεν
η-ρεί-καμεν
η-ρεί-κατε
η-ρεί-κασι; η-ρεί-κασιν

Conjunctive

η-ρεί-κω
η-ρεί-κης
η-ρεί-κη
η-ρεί-κωμεν
η-ρεί-κητε
η-ρεί-κωσι; η-ρεί-κωσιν

Optative

η-ρεί-κοιμι
η-ρεί-κοις
η-ρεί-κοι
η-ρεί-κοιμεν
η-ρεί-κοιτε
η-ρεί-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

η-ρει-κέναι

Participle

η-ρει-κώς
η-ρει-κυία
η-ρει-κός


Active: Indicative Pluperfect

η-ρεί-κειν
η-ρεί-κεις
η-ρεί-κει
η-ρεί-κειμεν
η-ρεί-κειτε
η-ρεί-κεισαν


Medium: Present

Indicative

ερείδομαι
ερείδ-ει
ερείδ-εται
ερειδ-όμεθα
ερείδ-εσθε
ερείδ-ονται

Conjunctive

ερείδ-ωμαι
ερείδ-η
ερείδ-ηται
ερειδ-ώμεθα
ερείδ-ησθε
ερείδ-ωνται

Optative

ερειδ-οίμην
ερείδ-οιο
ερείδ-οιτο
ερειδ-οίμεθα
ερείδ-οισθε
ερείδ-οιντο

Imperative

ερείδ-ου
ερειδ-έσθω
ερείδ-εσθε
ερειδ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

ερείδ-εσθαι

Participle

ερειδ-όμενος
ερειδ-ομένη
ερειδ-όμενον


Medium: Indicative Past

η-ρειδ-όμην
η-ρείδ-ου
η-ρείδ-ετο
η-ρειδ-όμεθα
η-ρείδ-εσθε
η-ρείδ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

ερεισ-οίμην
ερείσ-οιο
ερείσ-οιτο
ερεισ-οίμεθα
ερείσ-οισθε
ερείσ-οιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

ερεισ-όμενος
ερεισ-ομένη
ερεισ-όμενον


Medium: Aorist

Indicative

η-ρει-σάμην
η-ρεί-σω
η-ρεί-σατο
η-ρει-σάμεθα
η-ρεί-σασθε
η-ρεί-σαντο

Conjunctive

ε-ρείσ-ωμαι
ε-ρείσ-η
ε-ρείσ-ηται
ε-ρεισ-ώμεθα
ε-ρείσ-ησθε
ε-ρείσ-ωνται

Optative

ε-ρεισ-αίμην
ε-ρείσ-αιο
ε-ρείσ-αιτο
ε-ρεισ-αίμεθα
ε-ρείσ-αισθε
ε-ρείσ-αιντο

Imperative

έ-ρεισ-αι
ε-ρεισ-άσθω
ε-ρείσ-ασθε
ε-ρεισ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ε-ρείσ-ασθαι

Participle

ε-ρεισ-άμενος
ε-ρεισ-αμένη
ε-ρεισ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

ή-ρεισ-μαι
ή-ρει-σαι
ή-ρεισ-ται
η-ρείσ-μεθα
ή-ρει-σθε
η-ρεισ-μένοι εισί; η-ρεισ-μένοι εισίν

Conjunctive

η-ρεισ-μένος ώ
η-ρεισ-μένη ής
η-ρεισ-μένον ή
η-ρεισ-μένοι ώμεν
η-ρεισ-μέναι ήτε
η-ρεισ-μένα ώσι; η-ρεισ-μένα ώσιν

Optative

η-ρεισ-μένος είην
η-ρεισ-μένη είης
η-ρεισ-μένον είη
η-ρεισ-μένοι είμεν
η-ρεισ-μέναι είτε
η-ρεισ-μένα είεν

Imperative

ή-ρει-σο
η-ρεί-σθω
ή-ρει-σθε
η-ρεί-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

η-ρεί-σθαι

Participle

η-ρεισ-μένος
η-ρεισ-μένη
η-ρεισ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

η-ρείσ-μην
ή-ρει-σο
ή-ρει-το
η-ρείσ-μεθα
ή-ρει-σθε
η-ρεισ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

ερείδομαι
ερείδ-ει
ερείδ-εται
ερειδ-όμεθα
ερείδ-εσθε
ερείδ-ονται

Conjunctive

ερείδ-ωμαι
ερείδ-η
ερείδ-ηται
ερειδ-ώμεθα
ερείδ-ησθε
ερείδ-ωνται

Optative

ερειδ-οίμην
ερείδ-οιο
ερείδ-οιτο
ερειδ-οίμεθα
ερείδ-οισθε
ερείδ-οιντο

Imperative

ερείδ-ου
ερειδ-έσθω
ερείδ-εσθε
ερειδ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

ερείδ-εσθαι

Participle

ερειδ-όμενος
ερειδ-ομένη
ερειδ-όμενον


Passive: Indicative Past

η-ρειδ-όμην
η-ρείδ-ου
η-ρείδ-ετο
η-ρειδ-όμεθα
η-ρείδ-εσθε
η-ρείδ-οντο


Passive: Future

Indicative

Optative


Passive: Future

Infinitive

Participle


Passive: Aorist

Indicative

η-ρείσ-θην
η-ρείσ-θης
η-ρείσ-θη
η-ρείσ-θημεν
η-ρείσ-θητε
η-ρείσ-θησαν

Conjunctive

ε-ρεισ-θώ
ε-ρεισ-θής
ε-ρεισ-θή
ε-ρεισ-θώμεν
ε-ρεισ-θήτε
ε-ρεισ-θώσι; ε-ρεισ-θώσιν

Optative

ε-ρεισ-θείην
ε-ρεισ-θείης
ε-ρεισ-θείη
ε-ρεισ-θείμεν
ε-ρεισ-θείτε
ε-ρεισ-θείεν

Imperative

ε-ρείσ-θητι
ε-ρεισ-θήτω
ε-ρείσ-θητε
ε-ρεισ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

ε-ρεισ-θήναι

Participle

ε-ρεισ-θείς
ε-ρεισ-θείσα
ε-ρεισ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

η-ρεί-σθαι

Participle

η-ρεισ-μένος
η-ρεισ-μένη
η-ρεισ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

η-ρείσ-μην
ή-ρει-σο
ή-ρει-το
η-ρείσ-μεθα
ή-ρει-σθε
η-ρεισ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like ερείδω

ερείδω,