δικάζω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of δικάζω

Active: Present

Indicative

δικάζω
δικάζ-εις
δικάζ-ει
δικάζ-ομεν
δικάζ-ετε
δικάζ-ουσιν

Conjunctive

δικάζ-ω
δικάζ-ης
δικάζ-η
δικάζ-ωμεν
δικάζ-ητε
δικάζ-ωσι; δικάζ-ωσιν

Optative

δικάζ-οιμι
δικάζ-οις
δικάζ-οι
δικάζ-οιμεν
δικάζ-οιτε
δικάζ-οιεν

Imperative

δίκαζ-ε
δικαζ-έτω
δικάζ-ετε
δικαζ-όντων


Active: Present

Infinitive

δικάζ-ειν

Participle

δικάζ-ων
δικάζ-ουσα
δικάζ-ον


Active: Indicative Past

ε-δίκαζ-ον
ε-δίκαζ-ες
ε-δίκαζ-ε
ε-δικάζ-ομεν
ε-δικάζ-ετε
ε-δίκαζ-ον


Active: Future

Indicative

δικά-σω
δικά-σεις
δικά-σει
δικά-σομεν
δικά-σετε
δικά-σουσι; δικά-σουσιν

Optative

δικά-σοιμι
δικά-σοις
δικά-σοι
δικά-σοιμεν
δικά-σοιτε
δικά-σοιεν


Active: Future

Infinitive

δικά-σειν

Participle

δικά-σων
δικά-σουσα
δικά-σον


Active: Aorist

Past

ε-δίκασ-α
ε-δίκασ-ας
ε-δίκασ-ε; ε-δίκασ-εν
ε-δικάσ-αμεν
ε-δικάσ-ατε
ε-δίκασ-αν

Conjunctive

δικάσ-ω
δικάσ-ης
δικάσ-η
δικάσ-ωμεν
δικάσ-ητε
δικάσ-ωσι; δικάσ-ωσιν

Optative

δικάσ-αιμι
δικάσ-αις
δικάσ-αι
δικάσ-αιμεν
δικάσ-αιτε
δικάσ-αιεν

Imperative

δίκασ-ον
δικασ-άτω
δικάσ-ατε
δικασ-άντων


Active: Aorist

Infinitive

δίκασ-αι

Participle

δικάσ-ας
δικάσ-ασα
δικάσ-αν


Active: Perfect

Indicative

δε-δίκα-κα
δε-δίκα-κας
δε-δίκα-κε; δε-δίκα-κεν
δε-δικά-καμεν
δε-δικά-κατε
δε-δικά-κασι; δε-δικά-κασιν

Conjunctive

δε-δικά-κω
δε-δικά-κης
δε-δικά-κη
δε-δικά-κωμεν
δε-δικά-κητε
δε-δικά-κωσι; δε-δικά-κωσιν

Optative

δε-δικά-κοιμι
δε-δικά-κοις
δε-δικά-κοι
δε-δικά-κοιμεν
δε-δικά-κοιτε
δε-δικά-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

δε-δικα-κέναι

Participle

δε-δικα-κώς
δε-δικα-κυία
δε-δικα-κός


Active: Indicative Pluperfect

ε-δεδικά-κειν
ε-δεδικά-κεις
ε-δεδικά-κει
ε-δεδικά-κειμεν
ε-δεδικά-κειτε
ε-δεδικά-κεισαν


Medium: Present

Indicative

δικάζομαι
δικάζ-ει
δικάζ-εται
δικαζ-όμεθα
δικάζ-εσθε
δικάζ-ονται

Conjunctive

δικάζ-ωμαι
δικάζ-η
δικάζ-ηται
δικαζ-ώμεθα
δικάζ-ησθε
δικάζ-ωνται

Optative

δικαζ-οίμην
δικάζ-οιο
δικάζ-οιτο
δικαζ-οίμεθα
δικάζ-οισθε
δικάζ-οιντο

Imperative

δικάζ-ου
δικαζ-έσθω
δικάζ-εσθε
δικαζ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

δικάζ-εσθαι

Participle

δικαζ-όμενος
δικαζ-ομένη
δικαζ-όμενον


Medium: Indicative Past

ε-δικαζ-όμην
ε-δικάζ-ου
ε-δικάζ-ετο
ε-δικαζ-όμεθα
ε-δικάζ-εσθε
ε-δικάζ-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative

δικα-σοίμην
δικά-σοιο
δικά-σοιτο
δικα-σοίμεθα
δικά-σοισθε
δικά-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

Participle

δικα-σόμενος
δικα-σομένη
δικα-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ε-δικα-σάμην
ε-δικά-σω
ε-δικά-σατο
ε-δικα-σάμεθα
ε-δικά-σασθε
ε-δικά-σαντο

Conjunctive

δικάσ-ωμαι
δικάσ-η
δικάσ-ηται
δικασ-ώμεθα
δικάσ-ησθε
δικάσ-ωνται

Optative

δικασ-αίμην
δικάσ-αιο
δικάσ-αιτο
δικασ-αίμεθα
δικάσ-αισθε
δικάσ-αιντο

Imperative

δίκασ-αι
δικασ-άσθω
δικάσ-ασθε
δικασ-άσθων


Medium: Aorist

Infinitive

δικάσ-ασθαι

Participle

δικασ-άμενος
δικασ-αμένη
δικασ-άμενον


Medium: Perfect

Indicative

δε-δίκασ-μαι
δε-δίκα-σαι
δε-δίκασ-ται
δε-δικάσ-μεθα
δε-δίκα-σθε
δε-δικασ-μένοι εισί; δε-δικασ-μένοι εισίν

Conjunctive

δε-δικασ-μένος ώ
δε-δικασ-μένη ής
δε-δικασ-μένον ή
δε-δικασ-μένοι ώμεν
δε-δικασ-μέναι ήτε
δε-δικασ-μένα ώσι; δε-δικασ-μένα ώσιν

Optative

δε-δικασ-μένος είην
δε-δικασ-μένη είης
δε-δικασ-μένον είη
δε-δικασ-μένοι είμεν
δε-δικασ-μέναι είτε
δε-δικασ-μένα είεν

Imperative

δε-δίκα-σο
δε-δικά-σθω
δε-δίκα-σθε
δε-δικά-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

δε-δικά-σθαι

Participle

δε-δικασ-μένος
δε-δικασ-μένη
δε-δικασ-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ε-δε-δικάσ-μην
ε-δε-δίκα-σο
ε-δε-δίκασ-το
ε-δε-δικάσ-μεθα
ε-δε-δίκασ-θε
δε-δικασ-μένοι ήσαν


Passive: Present

Indicative

δικάζομαι
δικάζ-ει
δικάζ-εται
δικαζ-όμεθα
δικάζ-εσθε
δικάζ-ονται

Conjunctive

δικάζ-ωμαι
δικάζ-η
δικάζ-ηται
δικαζ-ώμεθα
δικάζ-ησθε
δικάζ-ωνται

Optative

δικαζ-οίμην
δικάζ-οιο
δικάζ-οιτο
δικαζ-οίμεθα
δικάζ-οισθε
δικάζ-οιντο

Imperative

δικάζ-ου
δικαζ-έσθω
δικάζ-εσθε
δικαζ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

δικάζ-εσθαι

Participle

δικαζ-όμενος
δικαζ-ομένη
δικαζ-όμενον


Passive: Indicative Past

ε-δικαζ-όμην
ε-δικάζ-ου
ε-δικάζ-ετο
ε-δικαζ-όμεθα
ε-δικάζ-εσθε
ε-δικάζ-οντο


Passive: Future

Indicative

δικασ-θήσομαι
δικασ-θήση
δικασ-θήσεται
δικασ-θησόμεθα
δικασ-θήσεσθε
δικασ-θήσονται

Optative

δικασ-θησοίμην
δικασ-θήσοιο
δικασ-θήσοιτο
δικασ-θησοίμεθα
δικασ-θήσοισθε
δικασ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

δικασ-θήσεσθαι

Participle

δικασ-θησόμενος
δικασ-θησομένη
δικασ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ε-δικάσ-θην
ε-δικάσ-θης
ε-δικάσ-θη
ε-δικάσ-θημεν
ε-δικάσ-θητε
ε-δικάσ-θησαν

Conjunctive

δικασ-θώ
δικασ-θής
δικασ-θή
δικασ-θώμεν
δικασ-θήτε
δικασ-θώσι; δικασ-θώσιν

Optative

δικασ-θείην
δικασ-θείης
δικασ-θείη
δικασ-θείμεν
δικασ-θείτε
δικασ-θείεν

Imperative

δικάσ-θητι
δικασ-θήτω
δικάσ-θητε
δικασ-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

δικασ-θήναι

Participle

δικασ-θείς
δικασ-θείσα
δικασ-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

δε-δικά-σθαι

Participle

δε-δικασ-μένος
δε-δικασ-μένη
δε-δικασ-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ε-δε-δικάσ-μην
ε-δε-δίκα-σο
ε-δε-δίκασ-το
ε-δε-δικάσ-μεθα
ε-δε-δίκασ-θε
δε-δικασ-μένοι ήσαν


Verbs conjugated like δικάζω

δικάζω,