αναλίσκω – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of αναλίσκω

Active: Present

Indicative

αναλίσκω
αναλίσκ-εις
αναλίσκ-ει
αναλίσκ-ομεν
αναλίσκ-ετε
αναλίσκ-ουσιν

Conjunctive

αναλίσκ-ω
αναλίσκ-ης
αναλίσκ-η
αναλίσκ-ωμεν
αναλίσκ-ητε
αναλίσκ-ωσι; αναλίσκ-ωσιν

Optative

αναλίσκ-οιμι
αναλίσκ-οις
αναλίσκ-οι
αναλίσκ-οιμεν
αναλίσκ-οιτε
αναλίσκ-οιεν

Imperative

ανάλισκ-ε
αναλισκ-έτω
αναλίσκ-ετε
αναλισκ-όντων


Active: Present

Infinitive

αναλίσκ-ειν

Participle

αναλίσκ-ων
αναλίσκ-ουσα
αναλίσκ-ον


Active: Indicative Past

ανή-λισκ-ον
ανή-λισκ-ες
ανή-λισκ-ε
ανη-λίσκ-ομεν
ανη-λίσκ-ετε
ανή-λισκ-ον


Active: Future

Indicative

αναλώ-σω
αναλώ-σεις
αναλώ-σει
αναλώ-σομεν
αναλώ-σετε
αναλώ-σουσι; αναλώ-σουσιν

Optative

αναλώ-σοιμι
αναλώ-σοις
αναλώ-σοι
αναλώ-σοιμεν
αναλώ-σοιτε
αναλώ-σοιεν


Active: Future

Infinitive

αναλώ-σειν

Participle

αναλώ-σων
αναλώ-σουσα
αναλώ-σον


Active: Aorist

Past

ανή-λω-σα
ανή-λω-σας
ανή-λω-σε; ανή-λω-σεν
ανη-λώ-σαμεν
ανη-λώ-σατε
ανή-λω-σαν

Conjunctive

ανα-λώ-σω
ανα-λώ-σης
ανα-λώ-ση
ανα-λώ-σωμεν
ανα-λώ-σητε
ανα-λώ-σωσι; ανα-λώ-σωσιν

Optative

ανα-λώ-σαιμι
ανα-λώ-σαις
ανα-λώ-σαι
ανα-λώ-σαιμεν
ανα-λώ-σαιτε
ανα-λώ-σαιεν

Imperative

ανά-λω-σον
ανα-λω-σάτω
ανα-λώ-σατε
ανα-λω-σάντων


Active: Aorist

Infinitive

ανά-λω-σαι

Participle

ανα-λώ-σας
ανα-λώ-σασα
ανα-λώ-σαν


Active: Perfect

Indicative

ανή-λω-κα
ανή-λω-κας
ανή-λω-κε; ανή-λω-κεν
ανη-λώ-καμεν
ανη-λώ-κατε
ανη-λώ-κασι; ανη-λώ-κασιν

Conjunctive

ανη-λώ-κω
ανη-λώ-κης
ανη-λώ-κη
ανη-λώ-κωμεν
ανη-λώ-κητε
ανη-λώ-κωσι; ανη-λώ-κωσιν

Optative

ανη-λώ-κοιμι
ανη-λώ-κοις
ανη-λώ-κοι
ανη-λώ-κοιμεν
ανη-λώ-κοιτε
ανη-λώ-κοιεν


Active: Perfect

Infinitive

ανη-λω-κέναι

Participle

ανη-λω-κώς
ανη-λω-κυία
ανη-λω-κός


Active: Indicative Pluperfect

ηνη-λώ-κειν
ηνη-λώ-κεις
ηνη-λώ-κει
ηνη-λώ-κειμεν
ηνη-λώ-κειτε
ηνη-λώ-κεισαν


Medium: Present

Indicative

αναλίσκομαι
αναλίσκ-ει
αναλίσκ-εται
αναλισκ-όμεθα
αναλίσκ-εσθε
αναλίσκ-ονται

Conjunctive

αναλίσκ-ωμαι
αναλίσκ-η
αναλίσκ-ηται
αναλισκ-ώμεθα
αναλίσκ-ησθε
αναλίσκ-ωνται

Optative

αναλισκ-οίμην
αναλίσκ-οιο
αναλίσκ-οιτο
αναλισκ-οίμεθα
αναλίσκ-οισθε
αναλίσκ-οιντο

Imperative

αναλίσκ-ου
αναλισκ-έσθω
αναλίσκ-εσθε
αναλισκ-έσθων


Medium: Present

Infinitive

αναλίσκ-εσθαι

Participle

αναλισκ-όμενος
αναλισκ-ομένη
αναλισκ-όμενον


Medium: Indicative Past

ανη-λισκ-όμην
ανη-λίσκ-ου
ανη-λίσκ-ετο
ανη-λισκ-όμεθα
ανη-λίσκ-εσθε
ανη-λίσκ-οντο


Medium: Future

Indicative

αναλώ-σομαι
αναλώ-σει
αναλώ-σεται
αναλω-σόμεθα
αναλώ-σεσθε
αναλώ-σονται

Optative

αναλω-σοίμην
αναλώ-σοιο
αναλώ-σοιτο
αναλω-σοίμεθα
αναλώ-σοισθε
αναλώ-σοιντο


Medium: Future

Infinitive

αναλώ-σεσθαι

Participle

αναλω-σόμενος
αναλω-σομένη
αναλω-σόμενον


Medium: Aorist

Indicative

ανη-λω-σάμην
ανη-λώ-σω
ανη-λώ-σατο
ανη-λω-σάμεθα
ανη-λώ-σασθε
ανη-λώ-σαντο

Conjunctive

ανα-λώ-σωμαι
ανα-λώ-ση
ανα-λώ-σηται
ανα-λω-σώμεθα
ανα-λώ-σησθε
ανα-λώ-σωνται

Optative

ανα-λω-σαίμην
ανα-λώ-σαιο
ανα-λώ-σαιτο
ανα-λω-σαίμεθα
ανα-λώ-σαισθε
ανα-λώ-σαιντο

Imperative

ανά-λω-σαι
ανα-λω-σάσθω
ανα-λώ-σασθε
ανα-λω-σάσθων


Medium: Aorist

Infinitive

ανα-λώ-σασθαι

Participle

ανα-λω-σάμενος
ανα-λω-σαμένη
ανα-λω-σάμενον


Medium: Perfect

Indicative

ανή-λω-μαι
ανή-λω-σαι
ανή-λω-ται
ανη-λώ-μεθα
ανή-λω-σθε
ανή-λω-νται

Conjunctive

ανη-λω-μένος ώ
ανη-λω-μένη ής
ανη-λω-μένον ή
ανη-λω-μένοι ώμεν
ανη-λω-μέναι ήτε
ανη-λω-μένα ώσι; ανη-λω-μένα ώσιν

Optative

ανη-λω-μένος είην
ανη-λω-μένη είης
ανη-λω-μένον είη
ανη-λω-μένοι είμεν
ανη-λω-μέναι είτε
ανη-λω-μένα είεν

Imperative

ανή-λω-σο
ανη-λώ-σθω
ανή-λω-σθε
ανη-λώ-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ανη-λώ-σθαι

Participle

ανη-λω-μένος
ανη-λω-μένη
ανη-λω-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ηνη-λώ-μην
ηνή-λω-σο
ηνή-λω-το
ηνη-λώ-μεθα
ηνή-λω-σθε
ηνή-λω-ντο


Passive: Present

Indicative

αναλίσκομαι
αναλίσκ-ει
αναλίσκ-εται
αναλισκ-όμεθα
αναλίσκ-εσθε
αναλίσκ-ονται

Conjunctive

αναλίσκ-ωμαι
αναλίσκ-η
αναλίσκ-ηται
αναλισκ-ώμεθα
αναλίσκ-ησθε
αναλίσκ-ωνται

Optative

αναλισκ-οίμην
αναλίσκ-οιο
αναλίσκ-οιτο
αναλισκ-οίμεθα
αναλίσκ-οισθε
αναλίσκ-οιντο

Imperative

αναλίσκ-ου
αναλισκ-έσθω
αναλίσκ-εσθε
αναλισκ-έσθων


Passive: Present

Infinitive

αναλίσκ-εσθαι

Participle

αναλισκ-όμενος
αναλισκ-ομένη
αναλισκ-όμενον


Passive: Indicative Past

ανη-λισκ-όμην
ανη-λίσκ-ου
ανη-λίσκ-ετο
ανη-λισκ-όμεθα
ανη-λίσκ-εσθε
ανη-λίσκ-οντο


Passive: Future

Indicative

αναλω-θήσομαι
αναλω-θήση
αναλω-θήσεται
αναλω-θησόμεθα
αναλω-θήσεσθε
αναλω-θήσονται

Optative

αναλω-θησοίμην
αναλω-θήσοιο
αναλω-θήσοιτο
αναλω-θησοίμεθα
αναλω-θήσοισθε
αναλω-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

αναλω-θήσεσθαι

Participle

αναλω-θησόμενος
αναλω-θησομένη
αναλω-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

ανη-λώ-θην
ανη-λώ-θης
ανη-λώ-θη
ανη-λώ-θημεν
ανη-λώ-θητε
ανη-λώ-θησαν

Conjunctive

αναλω-θώ
αναλω-θής
αναλω-θή
αναλω-θώμεν
αναλω-θήτε
αναλω-θώσι; αναλω-θώσιν

Optative

αναλω-θείην
αναλω-θείης
αναλω-θείη
αναλω-θείμεν
αναλω-θείτε
αναλω-θείεν

Imperative

αναλώ-θητι
αναλω-θήτω
αναλώ-θητε
αναλω-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

αναλω-θήναι

Participle

αναλω-θείς
αναλω-θείσα
αναλω-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ανη-λώ-σθαι

Participle

ανη-λω-μένος
ανη-λω-μένη
ανη-λω-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ηνη-λώ-μην
ηνή-λω-σο
ηνή-λω-το
ηνη-λώ-μεθα
ηνή-λω-σθε
ηνή-λω-ντο


Verbs conjugated like αναλίσκω

αναλίσκω,