αισθάνομαι – Greek, Ancient verb conjugation

Greek, Ancient verb forms of αισθάνομαι

Active: Present

Indicative

αισθάνομαι
αισθάν-ει
αισθάν-εται
αισθαν-όμεθα
αισθάν-εσθε
αισθάν-ονται

Conjunctive

αισθάν-ωμαι
αισθάν-η
αισθάν-ηται
αισθαν-ώμεθα
αισθάν-ησθε
αισθάν-ωνται

Optative

αισθαν-οίμην
αισθάν-οιο
αισθάν-οιτο
αισθαν-οίμεθα
αισθάν-οισθε
αισθάν-οιντο

Imperative

αισθάν-ου
αισθαν-έσθω
αισθάν-εσθε
αισθαν-έσθων; αισθαν-έσθωσαν


Active: Present

Infinitive

αισθάν-εσθαι

Participle

αισθαν-όμενος
αισθαν-ομένη
αισθαν-όμενον


Active: Indicative Past

η-σθαν-όμην
η-σθάν-ου
η-σθάν-ετο
η-σθαν-όμεθα
η-σθάν-εσθε
η-σθάν-οντο


Active: Future

Indicative

Optative


Active: Future

Infinitive

Participle


Active: Aorist

Past

Conjunctive

Optative

Imperative


Active: Aorist

Infinitive

Participle


Active: Perfect

Indicative

Conjunctive

Optative


Active: Perfect

Infinitive

Participle


Active: Indicative Pluperfect


Medium: Present

Indicative

αισθάνομαι
αισθάν-ει
αισθάν-εται
αισθαν-όμεθα
αισθάν-εσθε
αισθάν-ονται

Conjunctive

αισθάν-ωμαι
αισθάν-η
αισθάν-ηται
αισθαν-ώμεθα
αισθάν-ησθε
αισθάν-ωνται

Optative

αισθαν-οίμην
αισθάν-οιο
αισθάν-οιτο
αισθαν-οίμεθα
αισθάν-οισθε
αισθάν-οιντο

Imperative

αισθάν-ου
αισθαν-έσθω
αισθάν-εσθε
αισθαν-έσθων; αισθαν-έσθωσαν


Medium: Present

Infinitive

αισθάν-εσθαι

Participle

αισθαν-όμενος
αισθαν-ομένη
αισθαν-όμενον


Medium: Indicative Past

η-σθαν-όμην
η-σθάν-ου
η-σθάν-ετο
η-σθαν-όμεθα
η-σθάν-εσθε
η-σθάν-οντο


Medium: Future

Indicative

Optative


Medium: Future

Infinitive

Participle


Medium: Aorist

Indicative

η-σθό-μην
ή-σθ-ου
ή-σθ-ετο
η-σθό-μεθα
ή-σθ-εσθε
ή-σθ-οντο

Conjunctive

αί-σθ-ωμαι
αί-σθ-η
αί-σθ-ηται
αι-σθ-ώμεθα
αί-σθ-ησθε
αί-σθ-ωνται

Optative

αι-σθ-οίμην
αί-σθ-οιο
αί-σθ-οιτο
αι-σθ-οίμεθα
αί-σθ-οισθε
αί-σθ-οιντο

Imperative

αι-σθ-ού
αι-σθ-έσθω
αί-σθ-εσθε
αι-σθ-έσθων


Medium: Aorist

Infinitive

αι-σθ-έσθαι

Participle

αι-σθ-όμενος
αι-σθ-ομένη
αι-σθ-όμενον


Medium: Perfect

Indicative

ήσθη-μαι
ήσθη-σαι
ήσθη-ται
ησθή-μεθα
ήσθη-σθε
ήσθη-νται

Conjunctive

ησθη-μένος ώ
ησθη-μένη ής
ησθη-μένον ή
ησθη-μένοι ώμεν
ησθη-μέναι ήτε
ησθη-μένα ώσι; ησθη-μένα ώσιν

Optative

ησθη-μένος είην
ησθη-μένη είης
ησθη-μένον είη
ησθη-μένοι είμεν
ησθη-μέναι είτε
ησθη-μένα είεν

Imperative

ήσθη-σο
ησθή-σθω
ήσθη-σθε
ησθή-σθων


Medium: Perfect

Infinitive

ησθή-σθαι

Participle

ησθη-μένος
ησθη-μένη
ησθη-μένον


Medium: Indicative Pluperfect

ησθή-μην
ήσθη-σο
ήσθη-το
ησθή-μεθα
ήσθη-σθε
ήσθη-ντο


Passive: Present

Indicative

αισθάνομαι
αισθάν-ει
αισθάν-εται
αισθαν-όμεθα
αισθάν-εσθε
αισθάν-ονται

Conjunctive

αισθάν-ωμαι
αισθάν-η
αισθάν-ηται
αισθαν-ώμεθα
αισθάν-ησθε
αισθάν-ωνται

Optative

αισθαν-οίμην
αισθάν-οιο
αισθάν-οιτο
αισθαν-οίμεθα
αισθάν-οισθε
αισθάν-οιντο

Imperative

αισθάν-ου
αισθαν-έσθω
αισθάν-εσθε
αισθαν-έσθων; αισθαν-έσθωσαν


Passive: Present

Infinitive

αισθάν-εσθαι

Participle

αισθαν-όμενος
αισθαν-ομένη
αισθαν-όμενον


Passive: Indicative Past

η-σθαν-όμην
η-σθάν-ου
η-σθάν-ετο
η-σθαν-όμεθα
η-σθάν-εσθε
η-σθάν-οντο


Passive: Future

Indicative

αισ-θήσομαι
αισ-θήση
αισ-θήσεται
αισ-θησόμεθα
αισ-θήσεσθε
αισ-θήσονται

Optative

αισ-θησοίμην
αισ-θήσοιο
αισ-θήσοιτο
αισ-θησοίμεθα
αισ-θήσοισθε
αισ-θήσοιντο


Passive: Future

Infinitive

αισ-θήσεσθαι

Participle

αισ-θησόμενος
αισ-θησομένη
αισ-θησόμενον


Passive: Aorist

Indicative

η-σθάν-θην
η-σθάν-θης
η-σθάν-θη
η-σθάν-θημεν
η-σθάν-θητε
η-σθάν-θησαν

Conjunctive

αισθαν-θώ
αισθαν-θής
αισθαν-θή
αισθαν-θώμεν
αισθαν-θήτε
αισθαν-θώσι; αισθαν-θώσιν

Optative

αισθαν-θείην
αισθαν-θείης
αισθαν-θείη
αισθαν-θείμεν
αισθαν-θείτε
αισθαν-θείεν

Imperative

αισθάν-θητι
αισθαν-θήτω
αισθάν-θητε
αισθαν-θέντων


Passive: Aorist

Infinitive

αισθαν-θήναι

Participle

αισθαν-θείς
αισθαν-θείσα
αισθαν-θέν


Passive: Perfect

Infinitive

ησθή-σθαι

Participle

ησθη-μένος
ησθη-μένη
ησθη-μένον


Passive: Indicative Pluperfect

ησθή-μην
ήσθη-σο
ήσθη-το
ησθή-μεθα
ήσθη-σθε
ήσθη-ντο


Verbs conjugated like αισθάνομαι

αισθάνομαι,